3 αποτελέσματα για «猖»

猖獗 しょうけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξάπλωση, μόλυνση, ανεξέλεγκτη δράση
猖獗を極める しょうけつをきわめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εξαπλώνομαι ανεξέλεγκτα, οργιάζω
猖
  1. 01 τρελαίνομαι
  2. 02 σφοδρός
  3. 03 βία