30 αποτελέσματα για «猟»
猟犬 りょうけん
ουσιαστικό
- 01 λαγωνικό, κυνηγόσκυλο, σκύλος θηραμάτων
猟師 りょうし
ουσιαστικό
- 01 κυνηγός
猟 りょう
ουσιαστικό
- 01 κυνήγι
- 02 θήραμα
猟銃 りょうじゅう
ουσιαστικό
- 01 κυνηγετικό όπλο, αθλητικό όπλο
猟奇的 りょうきてき
επίθετο
- 01 αυτός που επιζητά την περιέργεια
- 02 αλλόκοτος (έγκλημα κ.λπ.), γκροτέσκος, αφύσικος
猟奇 りょうき
ουσιαστικό
- 01 αναζήτηση του παράδοξου (ασυνήθιστου, αποκρουστικού κ.λπ.)
猟奇殺人 りょうきさつじん
ουσιαστικό
- 01 αλλόκοτος φόνος, γκροτέσκος φόνος
猟場 りょうば
ουσιαστικό
- 01 κυνηγότοπος
猟友会 りょうゆうかい
ουσιαστικό
- 01 κυνηγετικός σύλλογος
猟具 りょうぐ
ουσιαστικό
- 01 κυνηγετικός εξοπλισμός
猟官 りょうかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιδίωξη δημοσίου αξιώματος
猟期 りょうき
ουσιαστικό
- 01 κυνηγετική περίοδος
猟官運動 りょうかんうんどう
ουσιαστικό
- 01 διεκδίκηση κυβερνητικών αξιωμάτων
猟獣 りょうじゅう
ουσιαστικό
- 01 θηρεύσιμο ζώο
猟鳥 りょうちょう
ουσιαστικό
- 01 θηρεύσιμο πτηνό
猟友 りょうゆう
ουσιαστικό
- 01 σύντροφος στο κυνήγι
猟奇小説 りょうきしょうせつ
ουσιαστικό
- 01 παράδοξη ιστορία (μυθιστόρημα)
猟犬座 りょうけんざ
ουσιαστικό
- 01 Κύνες Θηρευτικοί (αστερισμός), τα Κυνηγόσκυλα
猟色 りょうしょく
ουσιαστικό
- 01 λαγνεία, ερωτομανία, ακόλαστη συμπεριφορά, έκλυτος βίος
猟官制度 りょうかんせいど
ουσιαστικό
- 01 σύστημα ανταμοιβής ημετέρων