8 αποτελέσματα για «猥»

猥雑 わいざつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 χυδαίος, άσεμνος, ακατέργαστος, ποταπός
  2. 02 ακατάστατος (για χώρο), άτακτος, χαοτικός, μπερδεμένος
猥褻 わいせつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αισχρός, άσεμνος, πρόστυχος, ανάρμοστος
猥談 わいだん

ουσιαστικό

  1. 01 χυδαία συζήτηση, άσεμνη κουβέντα, ανήθικη ομιλία, πικάντικη ιστορία
猥本 わいほん

ουσιαστικό

  1. 01 πορνογραφία, άσεμνο βιβλίο
猥語 わいご

ουσιαστικό

  1. 01 απρεπής λέξη, βωμολοχία
猥言 わいげん

ουσιαστικό

  1. 01 χυδαία λέξη, άσεμνη έκφραση
猥歌 わいか

ουσιαστικό

  1. 01 άσεμνο τραγούδι, χυδαίο τραγούδι
  1. 01 αισχρός