21 αποτελέσματα για «猪»
猪 いのしし
ουσιαστικό
- 01 αγριόχοιρος, αγριογούρουνο
猪突猛進 ちょとつもうしん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τυφλή ορμή, αλόγιστη επίθεση
猪口 ちょこ
ουσιαστικό
- 01 ποτηράκι για σάκε
- 02 μικρό βαθύ πορσελάνινο μπολ για το σερβίρισμα φαγητού
猪口 いぐち
ουσιαστικό
- 01 βωλίτης
猪口才 ちょこざい
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 θρασύς, αναίδης, αυθάδης, προκλητικός
猪武者 いのししむしゃ
ουσιαστικό
- 01 παρορμητικός πολεμιστής, αλόγιστος μαχητής, ριψοκίνδυνος τύπος
猪突 ちょとつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρορμητικότητα, απερισκεψία
猪首 いくび
ουσιαστικό
- 01 κοντός και χοντρός λαιμός (σαν του ταύρου)
猪 い
ουσιαστικό
- 01 χοίρος (κυρίως αγριογούρουνο, αλλά περιλαμβάνει και το οικόσιτο γουρούνι)
猪牙舟 ちょきぶね
ουσιαστικό
- 01 μικρή βάρκα χωρίς στέγη που χρησιμοποιούνταν ως ποτάμιο ταξί (περίοδος Έντο)
猪鹿蝶 いのしかちょう
ουσιαστικό
- 01 τα χαρτιά αγριογούρουνο, ελάφι και πεταλούδα (συνδυασμός υψηλής βαθμολογίας)
- 02 ινοσικατσό (τύπος τυχερού παιχνιδιού χανάφουντα)
猪鍋 ししなべ
ουσιαστικό
- 01 σιτσίναμπε, κατσαρόλα με κρέας αγριογούρουνου, στιφάδο αγριογούρουνου
猪勇 ちょゆう
ουσιαστικό
- 01 παρορμητικό θάρρος, απερισκεψία, παράτολμη τόλμη
猪豚 いのぶた
ουσιαστικό
- 01 διασταύρωση αγριόχοιρου και οικόσιτου χοίρου, υβρίδιο αγριόχοιρου-χοίρου
猪年 いのししどし
ουσιαστικό
- 01 έτος του Αγριόχοιρου, έτος του Χοίρου
猪の子 いのこ
ουσιαστικό
- 01 αγριόχοιρος
- 02 μικρό αγριογούρουνο
- 03 γουρούνι
猪苓 ちょれい
ουσιαστικό
- 01 σκληρώτιο του μύκητα Πολύπορος ο σκυταλοειδής (χρησιμοποιείται ως διουρητικό, αντιπυρετικό και αντιβηχικό στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική)
猪独活 ししうど
ουσιαστικό
- 01 σιζίουτο (είδος αγγελικής, Angelica pubescens)
猪苓舞茸 ちょれいまいたけ
ουσιαστικό
- 01 πολύπορος ο σκιαδοφόρος (Polyporus umbellatus)
猪目 いのめ
ουσιαστικό
- 01 σύμβολο σε σχήμα καρδιάς (για την απομάκρυνση των κακών πνευμάτων)