19 αποτελέσματα για «獄»

ごく

ουσιαστικό

  1. 01 φυλακή, ειρκτή
獄中 ごくちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κατά τη διάρκεια της φυλάκισης, όσο κάποιος βρίσκεται στη φυλακή
獄門 ごくもん

ουσιαστικό

  1. 01 πύλη φυλακής
  2. 02 αποκεφαλισμός εγκληματία και έκθεση του κεφαλιού σε δημόσια θέα (τιμωρία της περιόδου Έντο)
獄卒 ごくそつ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλόβαθμος δεσμοφύλακας
  2. 02 δαίμονες της κόλασης που βασανίζουν τους κολασμένους
獄舎 ごくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 φυλακή (κτίριο), ειρηνοδικείο
獄吏 ごくり

ουσιαστικό

  1. 01 δεσμοφύλακας, φυλακισμένος
獄死 ごくし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος στη φυλακή
獄屋 ごくや

ουσιαστικό

  1. 01 φυλακή
獄衣 ごくい

ουσιαστικό

  1. 01 φυλακισμένη στολή
獄窓 ごくそう

ουσιαστικό

  1. 01 παράθυρο φυλακής, πίσω από τα κάγκελα της φυλακής
獄囚 ごくしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 φυλακισμένος
獄中記 ごくちゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 ημερολόγιο φυλακής, ημερολόγιο γραμμένο κατά τη διάρκεια της κράτησης σε φυλακή
獄則 ごくそく

ουσιαστικό

  1. 01 σωφρονιστικός κανονισμός, κανόνες φυλακών
獄中日記 ごくちゅうにっき

ουσιαστικό

  1. 01 ημερολόγιο φυλακής
獄所 ごくしょ

ουσιαστικό

  1. 01 φυλακή
獄門台 ごくもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 βάθρο πάνω στο οποίο εκτίθετο το αποκεφαλισμένο κεφάλι ενός εγκληματία
獄内 ごくない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός των φυλακών, στη φυλακή
獄司 ごくし

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής φυλακών, δεσμοφύλακας
  1. 01 φυλακή
  2. 02 φυλακή, κρατητήριο