13 αποτελέσματα για «玩»
玩具 おもちゃ
ουσιαστικό
- 01 παιχνίδι
- 02 παιχνίδι (πρόσωπο ή αντικείμενο που χρησιμοποιείται για διασκέδαση άλλων)
玩具 がんぐ N1
ουσιαστικό
- 01 παιχνίδι
玩弄 がんろう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παίζω με κάτι, περιπαίζω
- 02 μεταχειρίζομαι κάποιον σαν παιχνίδι, αντιμετωπίζω κάποιον επιπόλαια
玩味 がんみ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δοκιμάζω, απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι
- 02 εκτίμηση, απόλαυση
玩弄物 がんろうぶつ
ουσιαστικό
- 01 παιχνίδι, αντικείμενο ψυχαγωγίας
玩弄品 がんろうひん
ουσιαστικό
- 01 παιχνίδι
玩具銃 がんぐじゅう
ουσιαστικό
- 01 παιχνίδι όπλο
玩物喪志 がんぶつそうし
ουσιαστικό
- 01 λησμονώ τους σοβαρούς σκοπούς μου απορροφημένος σε ασήμαντες ενασχολήσεις, αποσπάται η προσοχή μου από ασήμαντα αντικείμενα και χάνω τον αρχικό μου στόχο
玩具菓子 がんぐがし
ουσιαστικό
- 01 τρόφιμο που πωλείται μαζί με παιχνίδι
玩菓 がんが
ουσιαστικό
- 01 τρόφιμο που πωλείται μαζί με παιχνίδι
玩具店 がんぐてん
ουσιαστικό
- 01 κατάστημα παιχνιδιών
玩物 がんぶつ
ουσιαστικό
- 01 παιχνίδι, αντικείμενο διασκέδασης
玩
- 01 παίζω
- 02 απολαμβάνω
- 03 παίζω με
- 04 κοροϊδεύω