10 αποτελέσματα για «珊»

珊瑚 さんご

ουσιαστικό

  1. 01 κοράλλι
珊瑚海 さんごかい

ουσιαστικό

  1. 01 Θάλασσα των Κοραλλιών
珊瑚樹 さんごじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 εύοσμο βιβούρνο (Viburnum odoratissimum)
  2. 02 δενδροειδής σχηματισμός κοραλλιού
珊瑚蛇 さんごへび

ουσιαστικό

  1. 01 κοραλλιογενές φίδι
珊瑚水木 さんごみずき

ουσιαστικό

  1. 01 κόρνος ο λευκός
珊瑚花 さんごばな

ουσιαστικό

  1. 01 λουλούδι βραζιλιάνικο φτερό (Justicia carnea), βραζιλιάνικο φτερό
珊瑚婚式 さんごこんしき

ουσιαστικό

  1. 01 κοραλλένια επέτειος (γάμου), 35η επέτειος γάμου
珊瑚色 さんごいろ

ουσιαστικό

  1. 01 κοραλλί (χρώμα), απαλό κόκκινο
珊瑚石 さんごいし

ουσιαστικό

  1. 01 κοραλίτης
  1. 01 κοράλλι
  2. 02 εκατοστόμετρο