10 αποτελέσματα για «珠»

珠玉 しゅぎょく

ουσιαστικό

  1. 01 κόσμημα, πολύτιμος λίθος
  2. 02 διαμάντι (μιας ιστορίας, δοκιμίου κ.λπ.), ολοκληρωμένο έργο, όμορφο κομμάτι
珠算 しゅざん

ουσιαστικό

  1. 01 υπολογισμός με άβακα
珠心 しゅしん

ουσιαστικό

  1. 01 πυρήνας (του ωαρίου του φυτού)
珠暖簾 たまのれん

ουσιαστικό

  1. 01 παραπέτασμα από περαστές χάντρες
珠芽 しゅが

ουσιαστικό

  1. 01 βολβίδιο
珠江 しゅこう

ουσιαστικό

  1. 01 Τζου Τζιανγκ (ποταμός στην Κίνα), ποταμός Καντόνας, Τζου Τζιανγκ, Τσου Τσιανγκ
珠皮 しゅひ

ουσιαστικό

  1. 01 περίβλημα, επικάλυμμα
珠柄 しゅへい

ουσιαστικό

  1. 01 σπερματοφόρος μίσχος, σπερματοφόρο στέλεχος
珠孔 しゅこう

ουσιαστικό

  1. 01 μικρόπυλο
  1. 01 μαργαριτάρι
  2. 02 πετράδι, πολύτιμος λίθος
  3. 03 κόσμημα, πετράδι