10 αποτελέσματα για «班»

はん N3

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα, παρέα
  2. 02 διμοιρία, τμήμα, τομέας
班長 はんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 επικεφαλής ομάδας, αρχηγός ομάδας
班員 はんいん

ουσιαστικό

  1. 01 μέλος ομάδας
班田収授法 はんでんしゅうじゅのほう

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα διανομής ορυζώνων για καλλιέργεια κατά τη διάρκεια της ζωής του καλλιεργητή (σύστημα ριτσουριό)
班次 はんじ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάταξη, προτεραιότητα
班田 はんでん

ουσιαστικό

  1. 01 κρατική διανομή αγροτικής γης
班女が閨 はんじょがねや

άλλο

  1. 01 κρεβατοκάμαρα μιας εγκαταλελειμμένης γυναίκας
班分け はんわけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χωρισμός σε ομάδες (ανθρώπων)
班女 はんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 Χάντζο (έργο νο του Ζεάμι)
  1. 01 διμοιρία, ομάδα
  2. 02 σώμα
  3. 03 μονάδα
  4. 04 ομάδα