12 αποτελέσματα για «琴»
琴 こと N3
ουσιαστικό
- 01 κότο (ιαπωνική άρπα με 13 χορδές)
- 02 έγχορδο μουσικό όργανο
- 03 ζενγκ (κινεζική άρπα), γκουζένγκ
琴線に触れる きんせんにふれる
άλλο, ρήμα
- 01 συγκινώ, αγγίζω τις ευαίσθητες χορδές κάποιου, προκαλώ συναισθηματική αντήχηση
琴線 きんせん
ουσιαστικό
- 01 χορδές της καρδιάς, ευαίσθητες χορδές
- 02 χορδή του κότο
琴 きん
ουσιαστικό
- 01 τσιν (κινεζική επτάχορδη ζήθηρα), γκουτσίν
琴爪 ことづめ
ουσιαστικό
- 01 πλήκτρο για κότο
琴柱 ことじ
ουσιαστικό
- 01 καβαλάρης του κότο
琴瑟 きんしつ
ουσιαστικό
- 01 κιν και σε (δύο διαφορετικά είδη κινεζικής εσπεριδοειδούς κιθάρας)
- 02 ευτυχισμένος γάμος
琴曲 きんきょく
ουσιαστικό
- 01 μουσική για κότο
琴瑟相和 きんしつそうわ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ζευγάρι ανθρώπων (ιδιαίτερα σύζυγοι) που είναι αγαπημένοι και αρμονικοί, έγγαμος βίος με ευτυχία
琴瑟相和す きんしつあいわす
άλλο
- 01 είμαι ευτυχισμένος στον γάμο, ταιριάζω σαν δύο κίνσιτσου (ιαπωνικές άρπες)
琴鳥 ことどり
ουσιαστικό
- 01 λυροφόρο (Menura novaehollandiae)
琴
- 01 άρπα
- 02 κότο