11 αποτελέσματα για «琵»

琵琶 びわ

ουσιαστικό

  1. 01 μπίγουα (ιαπωνικό έγχορδο μουσικό όργανο)
琵琶湖 びわこ

ουσιαστικό

  1. 01 λίμνη Μπίβα, Μπιβάκο
琵琶法師 びわほうし

ουσιαστικό

  1. 01 τυφλός ραψωδός που παίζει μπίβα, πλανόδιος μουσικός ντυμένος σαν βουδιστής μοναχός
琵琶行 びわこう

ουσιαστικό

  1. 01 τραγούδι της μπίβα
琵琶鱒 びわます

ουσιαστικό

  1. 01 μπιβαμάσου (είδος σολομοειδούς ψαριού: Oncorhynchus masou rhodurus), σολομός της λίμνης Μπιβά
琵琶湖大鯰 びわこおおなまず

ουσιαστικό

  1. 01 γουλιανός της λίμνης Μπίβα (Silurus biwaensis)
琵琶笛 びやぼん

ουσιαστικό

  1. 01 μπιγιαμπόν (μουσικό όργανο της περιόδου Έντο που μοιάζει με στοματική άρπα, διαθέτει σκελετό σε σχήμα φουρκέτας και μακριά ίσια γλωσσίδα)
琵琶の琴 びわのこと

ουσιαστικό

  1. 01 μπίβα (ιαπωνικό έγχορδο μουσικό όργανο με τέσσερις ή πέντε χορδές)
琵琶鰉 びわひがい

ουσιαστικό

  1. 01 μπίβα χιγκάι (είδος ψαριού Sarcocheilichthys variegatus microoculus)
琵琶牧々 びわぼくぼく

ουσιαστικό

  1. 01 μπιβα-μποκουμπόκου, γιοκάι σε μορφή βουδιστή ιερέα με κεφάλι μπίβα
  1. 01 γλισάντο σε χορδές
  2. 02 λαούτο