5 αποτελέσματα για «瑕»

瑕疵 かし

ουσιαστικό

  1. 01 ελάττωμα, ατέλεια, ψεγάδι
  2. 02 (νομικός όρος) ελάττωμα, ατέλεια
瑕瑾 かきん

ουσιαστικό

  1. 01 γρατζουνιά, εξόγκωμα, εγκοπή
  2. 02 ελάττωμα, σφάλμα, ατέλεια
  3. 03 ντροπή, ατίμωση
瑕疵担保責任 かしたんぽせきにん

ουσιαστικό

  1. 01 ευθύνη για ελαττώματα
瑕疵担保 かしたんぽ

ουσιαστικό

  1. 01 εγγύηση κατά ελαττωμάτων
  1. 01 ελάττωμα
  2. 02 ψεγάδι