20 αποτελέσματα για «瓜»
瓜二つ うりふたつ
ουσιαστικό
- 01 πανομοιότυπος, ολόιδιος, σαν δυο σταγόνες νερό, ολόκληρος ο/η/το (αντίγραφο κάποιου)
瓜 うり
ουσιαστικό
- 01 πεπόνι, κολοκύθα
瓜実顔 うりざねがお
ουσιαστικό
- 01 οβάλ πρόσωπο, μακρόστενο πρόσωπο (όπως μιας όμορφης γυναίκας)
瓜田 かでん
ουσιαστικό
- 01 περιβόλι με πεπόνια, χωράφι με πεπόνια
瓜類 うりるい
ουσιαστικό
- 01 κολοκυνθοειδή (μέλη της οικογένειας Κολοκυνθοειδή, ειδικά τα βρώσιμα), κολοκύνθες
瓜田に履を納れず かでんにくつをいれず
άλλο
- 01 αποφεύγω καταστάσεις που εκθέτουν σε υποψίες
瓜の蔓 うりのつる
ουσιαστικό
- 01 κληματίδα κολοκυνθοειδούς
瓜の蔓に茄子はならぬ うりのつるになすびはならぬ
άλλο
- 01 το όμοιο γεννά το όμοιο, το μήλο πέφτει κάτω από τη μηλιά, δεν φυτρώνουν μελιτζάνες στα αμπέλια της κολοκυθιάς
瓜姆 グアム
ουσιαστικό
- 01 Γκουάμ
瓜楓 うりかえで
ουσιαστικό
- 01 ουρικάεντε (είδος σφενδάμου, Acer crataegifolium), ουρί μέιπλ
瓜田李下 かでんりか
άλλο
- 01 προσέχω να μην δίνω καμία απολύτως αφορμή για υποψίες, δεν αφήνω περιθώριο για σκάνδαλο
瓜の木 うりのき
ουσιαστικό
- 01 αλάνγκιο το πλατανοειδές ποικιλία τριλόβη
瓜羽虫 うりはむし
ουσιαστικό
- 01 κολοκυθοκάνθαρος (Aulacophora femoralis)
瓜実蠅 うりみばえ
ουσιαστικό
- 01 μύγα του πεπονιού (Bactrocera cucurbitae)
瓜蝿 うりばえ
ουσιαστικό
- 01 κολοκυνθοκάνθαρος (Aulacophora femoralis)
瓜実条虫 うりざねじょうちゅう
ουσιαστικό
- 01 διπυλίδιο του σκύλου (Dipylidium caninum), αγγουροειδής ταινία, ταινία με διπλό πόρο
瓜肌楓 うりはだかえで
ουσιαστικό
- 01 ουριχαντα-καέντε, σφένδαμος ο ερυθρόνευρος
瓜蒂 かてい
ουσιαστικό
- 01 κοτσάνι και κάλυκας πεπονιού (χρησιμοποιείται στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική)
瓜実 うりざね
ουσιαστικό
- 01 σπόρος πεπονιού
- 02 οβάλ πρόσωπο (π.χ. μιας όμορφης γυναίκας), πρόσωπο με σχήμα σπόρου πεπονιού
瓜
- 01 πεπόνι