6 αποτελέσματα για «瓢»
瓢箪 ひょうたん
ουσιαστικό
- 01 νεροκολοκύθα (Lagenaria siceraria), φλασκί
- 02 κολοκύθα (ως δοχείο), νεροκολοκύθα
瓢箪から駒 ひょうたんからこま
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κάτι που εμφανίζεται από εκεί που δεν το περιμένεις, κάτι που ειπώθηκε ως αστείο και τελικά συνέβη, ένα άλογο που βγαίνει από μια κολοκύθα
- 02 κάτι απίθανο, κάτι παράλογο
瓢箪鯰 ひょうたんなまず
ουσιαστικό
- 01 γλιστερός σαν χέλι
瓢箪から駒が出る ひょうたんからこまがでる
άλλο, ρήμα
- 01 απρόσμενο γεγονός που συμβαίνει από το πουθενά, κάτι που λέγεται για αστείο και τελικά πραγματοποιείται, το άλογο που βγαίνει από μια κολοκύθα
- 02 κάτι απίθανο, κάτι παράλογο
瓢鮎図 ひょうねんず
ουσιαστικό
- 01 Χιονένζου (πίνακας του Τζόσετσου, 1415)
瓢
- 01 νεροκολοκύθα