23 αποτελέσματα για «瓦»

瓦斯 ガス

ουσιαστικό

  1. 01 αέριο (ως καύσιμο)
  2. 02 αέρια κατάσταση της ύλης
  3. 03 δηλητηριώδες αέριο
  4. 04 πυκνή ομίχλη
  5. 05 γκαζιέρα, κουζίνα υγραερίου
  6. 06 βενζίνη
  7. 07 αέρια, μετεωρισμός
  8. 08 αέριο νήμα (νήμα που έχει υποστεί κατεργασία με φλόγα)
瓦礫 がれき

ουσιαστικό

  1. 01 μπάζα, συντρίμμια, ναυάγιο, κεραμίδια και βότσαλα
  2. 02 σκουπίδια, απορρίμματα
グラム

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμάριο
かわら N2

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμίδι (π.χ. στέγης)
瓦解 がかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάρρευση, πτώση
瓦屋根 かわらやね

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμοσκεπή
瓦葺き かわらぶき

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμοσκεπή
瓦屋 かわらや

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμοσκεπή, σπίτι με κεραμίδια
  2. 02 κεραμοποιός, έμπορος κεραμιδιών, τεχνίτης κεραμοσκεπών
  3. 03 καμίνι κεραμιδιών
瓦家 かわらや

ουσιαστικό

  1. 01 σπίτι με κεραμοσκεπή
瓦石 がせき

ουσιαστικό

  1. 01 άχρηστο αντικείμενο, σκουπίδια, κεραμίδι και πέτρα
  2. 02 τούβλο
瓦煎餅 かわらせんべい

ουσιαστικό

  1. 01 μπισκότο από ρύζι σε σχήμα κεραμιδιού
瓦落 がら

ουσιαστικό

  1. 01 απότομη πτώση των τιμών των μετοχών, χρηματιστηριακή κατάρρευση
瓦全 がぜん

ουσιαστικό

  1. 01 ασήμαντη ύπαρξη
瓦窯 がよう

ουσιαστικό

  1. 01 καμίνι για κεραμίδια
瓦灯口 がとうぐち

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή είσοδος (συνήθως, αλλά όχι πάντα, σε τεϊοποτείο) με τοξωτή οροφή από κεραμίδια
瓦人形 かわらにんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 πηλινό ειδώλιο, κεραμικό αγαλματίδιο
瓦状 かわらじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμοειδής, αλληλοεπικαλυπτόμενος
瓦当 がとう

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητικό κάλυμμα του άκρου κεραμιδιού της μαρκίζας
瓦猿 かわらざる

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμικό ειδώλιο μαϊμούς
瓦茸 かわらたけ

ουσιαστικό

  1. 01 μανιτάρι ουρά γαλοπούλας (Trametes versicolor)