14 αποτελέσματα για «瓶»

びん N3

ουσιαστικό

  1. 01 μπουκάλι, βάζο, καράφα, φλασκί, φιαλίδιο
瓶詰め びんづめ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμφιάλωση
  2. 02 εμφιαλωμένος
瓶に詰める びんにつめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γεμίζω ένα μπουκάλι
瓶ビール びんビール

ουσιαστικό

  1. 01 μπίρα σε φιάλη, εμφιαλωμένη μπίρα
瓶の栓 びんのせん

ουσιαστικό

  1. 01 πώμα μπουκαλιού
瓶子 へいじ

ουσιαστικό

  1. 01 πήλινο δοχείο (χρησιμοποιείται ως καράφα), βάζο, κανάτα
瓶覗 かめのぞき

ουσιαστικό

  1. 01 αχνό ινδικό μπλε (παραδοσιακό όνομα ιαπωνικού χρώματος)
瓶掛 びんかけ

ουσιαστικό

  1. 01 σκεύος που χρησιμοποιείται στην ιαπωνική τελετή του τσαγιού
瓶子草 へいしそう

ουσιαστικό

  1. 01 σαρρακένια
へい

ουσιαστικό

  1. 01 κανάτα ή βάζο με μακρύ στενό λαιμό
瓶入り びんいり

ουσιαστικό

  1. 01 εμφιαλωμένος
瓶型 びんがた

ουσιαστικό

  1. 01 σε σχήμα μπουκαλιού, τύπου μπουκαλιού
瓶底 びんぞこ

ουσιαστικό

  1. 01 πάτος γυάλινου μπουκαλιού
  1. 01 μπουκάλι
  2. 02 φιαλίδιο
  3. 03 βάζο
  4. 04 κανάτα
  5. 05 κάδος, δεξαμενή
  6. 06 τεφροδόχος, υδροδοχείο