6 αποτελέσματα για «甜»

甜菜 てんさい

ουσιαστικό

  1. 01 τεντσάι, ζαχαρότευτλο (Beta vulgaris)
甜麺醤 テンメンジャン

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκιά πάστα σιταριού (κινεζικό καρύκευμα, τεμεντζάν)
甜茶 てんちゃ

ουσιαστικό

  1. 01 τέντσα, γλυκό τσάι, τσάι από φύλλα βατομουριάς
  2. 02 κινεζική βατομουριά (Rubus suavissimus)
甜言蜜語 てんげんみつご

ουσιαστικό

  1. 01 τενγκενμιτσούγκο, γλυκόλογα, κολακεία
甜瓜 てんか

ουσιαστικό

  1. 01 ασιατικό πεπόνι (Cucumis melo var. Makuwa)
  1. 01 γλυκός