5 αποτελέσματα για «甥»

おい

ουσιαστικό

  1. 01 ανιψιός
甥っ子 おいっこ

ουσιαστικό

  1. 01 ανιψιός
甥御 おいご

ουσιαστικό

  1. 01 ανιψιός (κάποιου άλλου)
甥姪 おいめい

ουσιαστικό

  1. 01 ανίψια
  1. 01 ανιψιός