15 αποτελέσματα για «界»

かい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινότητα, κύκλοι, κόσμος
  2. 02 βασίλειο
  3. 03 εράθημα
  4. 04 πεδίο (ηλεκτρικό)
  5. 05 όριο, σύνορο, διαίρεση
界隈 かいわい

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονιά, περιοχή
  2. 02 κοινότητα (ατόμων με κοινά χαρακτηριστικά, μέλη, θαυμαστές κ.λπ.), σκηνή, κύκλος ενδιαφερομένων
界面活性剤 かいめんかっせいざい

ουσιαστικό

  1. 01 επιφανειοδραστική ουσία
界面 かいめん

ουσιαστικό

  1. 01 διεπαφή
界雷 かいらい

ουσιαστικό

  1. 01 μετωπική καταιγίδα
界面活性 かいめんかっせい

ουσιαστικό

  1. 01 επιφανειοδραστικός
界標 かいひょう

ουσιαστικό

  1. 01 ορόσημο (σε ξηρά ή νερό)
界磁極 かいじきょく

ουσιαστικό

  1. 01 πόλος μαγνητικού πεδίου
界磁石 かいじしゃく

ουσιαστικό

  1. 01 πεδίο μαγνήτη
界面化学 かいめんかがく

ουσιαστικό

  1. 01 επιφανειακή χημεία
界面現象 かいめんげんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 διαεπιφανειακό φαινόμενο, επιφανειακό φαινόμενο
界磁巻線 かいじまきせん

ουσιαστικό

  1. 01 τύλιγμα διέγερσης
界面張力 かいめんちょうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 επιφανειακή τάση
界磁 かいじ

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα πεδίου (μαγνητικό), μαγνήτης πεδίου
  1. 01 κόσμος
  2. 02 όριο, σύνορο