16 αποτελέσματα για «畑»
畑 はたけ N3
ουσιαστικό
- 01 χωράφι (για καλλιέργεια σιτηρών, φρούτων, λαχανικών κ.λπ.), καλλιεργημένη γη, λαχανόκηπος, φυτεία
- 02 πεδίο (ειδίκευσης), σφαίρα, περιοχή, τομέας, κλάδος
- 03 μήτρα, γέννηση, τόπος γέννησης
畑仕事 はたしごと
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αγροτική εργασία, δουλειά στο χωράφι
畑を作る はたけをつくる
άλλο, ρήμα
- 01 καλλιεργώ, καλλιεργώ ένα χωράφι
畑違い はたけちがい
ουσιαστικό
- 01 εκτός του τομέα κάποιου, ξένος προς το αντικείμενο κάποιου
- 02 ετεροθαλής αδελφός ή αδελφή (από διαφορετική μητέρα)
畑作 はたさく
ουσιαστικό
- 01 καλλιέργεια ξηρικών αγρών, καλλιέργεια σε ξερικό χωράφι
畑地 はたち
ουσιαστικό
- 01 καλλιεργήσιμη γη, καλλιεργήσιμη έκταση
畑打ち はたうち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 όργωμα
畑を起こす はたけをおこす
άλλο, ρήμα
- 01 οργώνω ένα χωράφι
畑焼き はたやき
ουσιαστικό
- 01 κάψιμο υπολειμμάτων καλλιέργειας και ξερών χόρτων
畑の肉 はたけのにく
άλλο, ουσιαστικό
- 01 σόγια
- 02 κρέας σόγιας
畑鼠 はたねずみ
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικός αρουραίος των αγρών (Microtus montebelli)
- 02 κάθε τρωκτικό της υποοικογένειας των Αρβικολινών (συμπεριλαμβανομένων των αρουραίων των αγρών, των λέμινγκ και των μοσχοπόντικων)
畑占地 はたけしめじ
ουσιαστικό
- 01 λυόφυλλο το δεκαπλό (Lyophyllum decastes), μανιτάρι τηγανητού κοτόπουλου
畑水練 はたけすいれん
ουσιαστικό
- 01 άχρηστη θεωρητική γνώση, γνώση της θεωρίας χωρίς την ικανότητα εφαρμογής στην πράξη, εξάσκηση κολύμβησης σε χωράφι
畑栗鼠 はたりす
ουσιαστικό
- 01 γήινος σκίουρος (συγκεκριμένα ο δαυρικός γήινος σκίουρος, Spermophilus dauricus)
畑刀 はたけがたな
ουσιαστικό
- 01 αγροτικό σπαθί
畑
- 01 αγρόκτημα
- 02 χωράφι, αγρός
- 03 κήπος
- 04 ειδικότητα κάποιου, τομέας κάποιου
- 05 (ιδεόγραμμα ιαπωνικής προέλευσης)