3 αποτελέσματα για «畔»

畔唐菜 あぜとうな

ουσιαστικό

  1. 01 αζετουνα (είδος φυτού της οικογένειας των αστεροειδών)
畔菜 アゼナ

ουσιαστικό

  1. 01 λινδέρνια η κατακλινής (Lindernia procumbens), αζένα (ιαπωνικός όρος για το φυτό)
  1. 01 ανάχωμα ρυζοχώραφου
  2. 02 ανάχωμα