59 αποτελέσματα για «留»
留守 るす N4
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απουσία, το να λείπω από το σπίτι
- 02 φύλαξη σπιτιού, αυτός που προσέχει σπίτι
- 03 παραμελώ (π.χ. τις σπουδές μου), αφήνω αφύλακτο
留守番 るすばん N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φύλαξη σπιτιού, παραμονή στο σπίτι
- 02 φύλακας σπιτιού
留学 りゅうがく N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σπουδές στο εξωτερικό
- 02 προσωρινή φοίτηση σε άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα (για την εκμάθηση μιας συγκεκριμένης δεξιότητας)
留学生 りゅうがくせい N5
ουσιαστικό
- 01 αλλοδαπός φοιτητής, φοιτητής ανταλλαγής
留 りゅう
ουσιαστικό
- 01 ακίνητο σημείο
留 ルーブル
ουσιαστικό
- 01 ρούβλι (νόμισμα της Ρωσίας), ρούβλι
留年 りゅうねん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επαναλαμβάνω το έτος (στο σχολείο), παραμένω στην ίδια τάξη για άλλη μία χρονιά
留守中 るすちゅう
ουσιαστικό
- 01 κατά τη διάρκεια απουσίας από το σπίτι
留める とどめる
ρήμα
- 01 σταματώ, ανακόπτω, συγκρατώ, παύω
- 02 φιλοξενώ (κάποιον), διατηρώ (κάποιον) στο χώρο μου
- 03 στερεώνω, καρφιτσώνω, συνδέω με κλιπ, κρατώ στη θέση του
- 04 συγκρατώ, περιορίζω, διατηρώ
- 05 καταγράφω (π.χ. ένα γεγονός), συγκρατώ στη μνήμη
留守電 るすでん
ουσιαστικό
- 01 τηλεφωνητής
留守の間 るすのあいだ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κατά την απουσία κάποιου
留守番電話 るすばんでんわ
ουσιαστικό
- 01 τηλεφωνητής
留意 りゅうい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσέχω, δίνω προσοχή, έχω κατά νου
留め金 とめがね
ουσιαστικό
- 01 πόρπη, μάνταλο, κούμπωμα, συνδετήρας
留め具 とめぐ
ουσιαστικό
- 01 σύρτης, κούμπωμα, πιάστρα, ασφάλεια, συνδετήρας
留置場 りゅうちじょう
ουσιαστικό
- 01 αστυνομικό κρατητήριο, χώρος κράτησης, φυλακή
留め置く とめおく
ρήμα
- 01 κρατώ, φυλάσσω, περιορίζω, διατηρώ, αφήνω (επιστολή) προς παραλαβή
留守居 るすい
ουσιαστικό
- 01 φύλαξη σπιτιού, φύλακας σπιτιού
- 02 φύλακας (επίσημο αξίωμα κατά την περίοδο Έντο), επιστάτης
留置所 りゅうちじょ
ουσιαστικό
- 01 αστυνομικό κρατητήριο, χώρος κράτησης, φυλακή
留め とめ
ουσιαστικό, επίθημα
- 01 στάση (π.χ. σε ξύλινη άρθρωση, ή στο τέλος μιας πινελιάς κάντζι)
- 02 παραμονή (π.χ. εναπομείναντα αλληλογραφία)
- 03 γωνία σαράντα πέντε μοιρών