15 αποτελέσματα για «疣»

いぼ

ουσιαστικό

  1. 01 μυρμηγκιά
疣贅 ゆうぜい

ουσιαστικό

  1. 01 κονδύλωμα, μυρμηγκιά
疣々 イボイボ

ουσιαστικό

  1. 01 μυρμηγκιές, εξογκώματα που μοιάζουν με μυρμηγκιές
疣足 いぼあし

ουσιαστικό

  1. 01 παραπόδιο
疣蛙 いぼがえる

ουσιαστικό

  1. 01 βάτραχος με δέρμα γεμάτο κονδυλώματα (κυρίως ο ιαπωνικός βάτραχος ή ο ρυτιδωμένος βάτραχος)
疣猪 いぼいのしし

ουσιαστικό

  1. 01 φακόχοιρος (Phacochoerus aethiopicus)
疣取 いぼた

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό λιγούστρο (Ligustrum japonicum), ιβότα
疣鯛 いぼだい

ουσιαστικό

  1. 01 ιμποντάι (είδος ψαριού, Psenopsis anomala), παλαμίδα (με την έννοια του melon seed)
疣雁木エイ いぼがんぎエイ

ουσιαστικό

  1. 01 ράγια η ακανθωτή (Raja clavata), ακανθωτό σαλάχι
疣螺 いぼにし

ουσιαστικό

  1. 01 ιμονίσι (είδος θαλάσσιου σαλιγκαριού)
疣海蜷 いぼうみにな

ουσιαστικό

  1. 01 ιμπουμινινά (μικρό σαλιγκάρι της αμμώδους ακτής)
疣鼻猿 いぼはなざる

ουσιαστικό

  1. 01 κολοβόρινο μαϊμού (γένος Ρινόπιθηκος, ειδικά ο χρυσοπίθηκος, Ρινόπιθηκος ο ροξελλάνιος)
疣井守 いぼいもり

ουσιαστικό

  1. 01 ιμποϊμόρι (Echinotriton andersoni), τρίτωνας του Άντερσον, αγκαθωτός τρίτωνας των Ρίου Κίου, ιαπωνικός κονδυλώδης τρίτωνας
疣浮草 いぼうきくさ

ουσιαστικό

  1. 01 ιβόουκικουσά (Lemna gibba), διογκωμένο φακός, παχύς φακός
  1. 01 μυρμηγκιά