3 αποτελέσματα για «疥»

疥癬 かいせん

ουσιαστικό

  1. 01 ψώρα, κνησμός, ψώρα ζώων
疥癬虫 かいせんちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ακάρε της ψώρας (Sarcoptes scabiei)
  1. 01 κρουστώδες εξάνθημα