12 αποτελέσματα για «疫»

疫病 えきびょう

ουσιαστικό

  1. 01 επιδημία, πανούκλα, μάστιγα
疫病神 やくびょうがみ

ουσιαστικό

  1. 01 θεός της πανούκλας, θεός που διασπείρει μολυσματικές ασθένειες
  2. 02 γρουσουζιά, κακότυχος, βάσανο, απεχθές πρόσωπο, μάστιγα, άγγελος του θανάτου
疫学 えきがく

ουσιαστικό

  1. 01 επιδημιολογία
疫神 えきじん

ουσιαστικό

  1. 01 θεός που μεταδίδει μολυσματικές ασθένειες, θεός της επιδημίας
疫癘 えきれい

ουσιαστικό

  1. 01 επιδημία, πανούκλα, λοιμός
疫痢 えきり

ουσιαστικό

  1. 01 παιδική δυσεντερία
疫学調査 えきがくちょうさ

ουσιαστικό

  1. 01 επιδημιολογική διερεύνηση, επιδημιολογική έρευνα
疫鬼 えきき

ουσιαστικό

  1. 01 θεοί ή δαίμονες που προκαλούν επιδημίες
疫学者 えきがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επιδημιολόγος
疫病みの神 えやみのかみ

ουσιαστικό

  1. 01 θεός της πανώλης, θεός που διασπείρει μεταδοτικές ασθένειες
疫病み えやみ

ουσιαστικό

  1. 01 λοιμώδες νόσημα, πανώλη, επιδημία
  2. 02 ρίγος, διαλείπων πυρετός, ρίγος (ασθένεια), ελονοσιακός πυρετός
  1. 01 επιδημία