5 αποτελέσματα για «疼»

疼く うずく

ρήμα

  1. 01 παλλόμενος από πόνο, πονώ, με πιάνει σουβλιά, αισθάνομαι οξύ πόνο
  2. 02 προκαλώ εκνευρισμό, ενοχλώ, εκνευρίζω
疼き うずき

ουσιαστικό

  1. 01 πόνος, τσίμπημα
疼痛 とうつう

ουσιαστικό

  1. 01 σφύζων πόνος
疼痛学会 とうつうがっかい

ουσιαστικό

  1. 01 Αμερικανική Εταιρεία Πόνου, APS
  1. 01 πόνος
  2. 02 πόνος
  3. 03 μυρμήγκιασμα
  4. 04 κακοφορμίζω