9 αποτελέσματα για «症»
症状 しょうじょう N3
ουσιαστικό
- 01 σύμπτωμα, κατάσταση (ενός ασθενούς)
症 しょう
επίθημα
- 01 ασθένεια, πάθηση, κατάσταση, -πάθεια
症候群 しょうこうぐん
ουσιαστικό
- 01 σύνδρομο
症例 しょうれい
ουσιαστικό
- 01 ιατρικό περιστατικό
症候 しょうこう
ουσιαστικό
- 01 σύμπτωμα
症候学 しょうこうがく
ουσιαστικό
- 01 συμπτωματολογία
症状神経症 しょうじょうしんけいしょう
ουσιαστικό
- 01 συμπτωματική νεύρωση, νευρωτική διαταραχή βασισμένη σε συμπτώματα
症状精神病 しょうじょうせいしんびょう
ουσιαστικό
- 01 συμπτωματική ψύχωση, ψυχωσική διαταραχή (λόγω άλλης ιατρικής πάθησης), δευτερογενής ψύχωση
症
- 01 συμπτώματα
- 02 ασθένεια