7 αποτελέσματα για «瘡»

瘡蓋 かさぶた

ουσιαστικό

  1. 01 κάβουρας, ξεραμένη κρούστα πληγής
かさ

ουσιαστικό

  1. 01 φλύκταινα, εσχάρα
  2. 02 σύφιλη, ευλογιά
くさ

ουσιαστικό

  1. 01 έκζεμα
瘡毒 そうどく

ουσιαστικό

  1. 01 σύφιλη
瘡っかき かさっかき

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που πάσχει από δερματική νόσο (ειδικά σύφιλη)
瘡かき かさかき

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο που πάσχει από δερματική νόσο (ειδικά σύφιλη), ασθενής με σύφιλη
  1. 01 πληγή, τραύμα
  2. 02 δοθιήνας, φλύκταινα
  3. 03 σύφιλη