5 αποτελέσματα για «瘢»

瘢痕 はんこん

ουσιαστικό

  1. 01 ουλή, σημαδάκι (cicatrix)
瘢痕組織 はんこんそしき

ουσιαστικό

  1. 01 ουλώδης ιστός
瘢痕文身 はんこんぶんしん

ουσιαστικό

  1. 01 δημιουργία σχεδίων στο ανθρώπινο δέρμα μέσω του σκαριφισμού
瘢痕拘縮 はんこんこうしゅく

ουσιαστικό

  1. 01 ουλή με σύσπαση, ουλική συρρίκνωση
  1. 01 ουλή