7 αποτελέσματα για «瘤»

こぶ

ουσιαστικό

  1. 01 εξόγκωμα, καρούμπαλο, διόγκωση
瘤蜜柑 こぶみかん

ουσιαστικό

  1. 01 καφίρ λάιμ (Citrus hystrix)
瘤鯛 こぶだい

ουσιαστικό

  1. 01 ενήλικο αρσενικό ασιατικό ψάρι κομπουντάι (Semicossyphus reticulatus)
瘤牛 こぶうし

ουσιαστικό

  1. 01 κοβούσι, βοοειδές με καμπούρα
瘤白鳥 こぶはくちょう

ουσιαστικό

  1. 01 βουβόκυκνος (Cygnus olor)
瘤歯鯨 こぶはくじら

ουσιαστικό

  1. 01 κομπουχακουτζίρα (φάλαινα του Μπλέινβιλ, μεσοπλόδοντας ο πυκνόρρυγχος), φάλαινα με πυκνό ρύγχος
  1. 01 εξόγκωμα
  2. 02 πρήξιμο