14 αποτελέσματα για «療»

療養 りょうよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάρρωση, ιατρική περίθαλψη
療法 りょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος θεραπείας, θεραπευτική αγωγή, ίαση
療養所 りょうようじょ

ουσιαστικό

  1. 01 σανατόριο, αναρρωτήριο
療治 りょうじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θεραπεία, αγωγή, ίαση
療法士 りょうほうし

ουσιαστικό

  1. 01 θεραπευτής
療養費 りょうようひ

ουσιαστικό

  1. 01 ιατρικά έξοδα, δαπάνες νοσηλείας
療養地 りょうようち

ουσιαστικό

  1. 01 θέρετρο υγείας
療病 りょうびょう

ουσιαστικό

  1. 01 ιατρική περίθαλψη, θεραπεία
療育 りょういく

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαίδευση και υποστήριξη παιδιών με αναπηρία
療養病床 りょうようびょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κλίνη μακροχρόνιας φροντίδας, κλίνες μακροχρόνιας φροντίδας, κλίνη χρονίως πασχόντων, κλίνες χρονίως πασχόντων
療養温泉 りょうようおんせん

ουσιαστικό

  1. 01 θεραπευτική ιαματική πηγή
療養者 りょうようしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αναρρώνων ασθενής
療育手帳 りょういくてちょう

ουσιαστικό

  1. 01 πιστοποιητικό πνευματικής αναπηρίας (ριοϊκού τετσό)
  1. 01 θεραπεύω
  2. 02 θεραπεύω