9 αποτελέσματα για «癇»

癇癪 かんしゃく

ουσιαστικό

  1. 01 εκρηκτικός χαρακτήρας, ευερεθιστότητα, έκρηξη θυμού, ξέσπασμα (ειδικά σε παιδιά), ξεσπάσματα θυμού
癇に障る かんにさわる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκνευρίζω, προσβάλλω, προκαλώ, σπάω τα νεύρα κάποιου
癇癪を起こす かんしゃくをおこす

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκνευρίζομαι, βγάζω εκρήξεις θυμού, εξοργίζομαι
かん

ουσιαστικό

  1. 01 εκνευρισμός, νεύρα
癇癪持ち かんしゃくもち

ουσιαστικό

  1. 01 ευέξαπτος άνθρωπος, οξύθυμος
癇癖 かんぺき

ουσιαστικό

  1. 01 εκρηκτικότητα, ευερεθιστότητα
癇性 かんしょう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ευερεθιστότητα, γκρινιάρικη διάθεση, οξύθυμη συμπεριφορά, θερμόαιμος χαρακτήρας
癇の強い かんのつよい

άλλο

  1. 01 ευέξαπτος, ευερέθιστος
  1. 01 πικρός
  2. 02 οξυθυμία
  3. 03 ευερέθιστος
  4. 04 νευρικός