12 αποτελέσματα για «癌»
癌 がん N3
ουσιαστικό
- 01 καρκίνος
癌化 がんか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καρκινογένεση, μετατροπή σε καρκίνο
癌腫 がんしゅ
ουσιαστικό
- 01 καρκίνωμα
癌研 がんけん
ουσιαστικό
- 01 αντικαρκινική έρευνα
- 02 ινστιτούτο αντικαρκινικής έρευνας, κέντρο αντικαρκινικής έρευνας
癌研究所 がんけんきゅうしょ
ουσιαστικό
- 01 ινστιτούτο ερευνών για τον καρκίνο, κέντρο ερευνών για τον καρκίνο
癌研究会 がんけんきゅうかい
ουσιαστικό
- 01 Ιαπωνικό Ίδρυμα Έρευνας για τον Καρκίνο, JFCR
癌死 がんし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θάνατος από καρκίνο
癌抑制遺伝子 がんよくせいいでんし
ουσιαστικό
- 01 γονίδιο καταστολής όγκων
癌ウイルス がんウイルス
ουσιαστικό
- 01 ογκογόνος ιός
癌遺伝子 がんいでんし
ουσιαστικό
- 01 ογκογονίδιο
癌診断 がんしんだん
ουσιαστικό
- 01 διάγνωση καρκίνου
癌
- 01 καρκίνος
- 02 καρκινικό κακό