4 αποτελέσματα για «癪»

しゃく

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 εκνευρισμός, ερεθισμός, αγανάκτηση
  2. 02 κοιλιακός σπασμός, σπασμοί, κράμπες
癪に障る しゃくにさわる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενοχλώ, εκνευρίζω, προκαλώ δυσφορία, προκαλώ, εκνευρίζω κάποιον
癪の種 しゃくのたね

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αιτία εκνευρισμού, πηγή ενόχλησης, ερεθιστικός παράγοντας, σπαστικό
  1. 01 σπασμοί
  2. 02 (κοκούτζι)