5 αποτελέσματα για «癲»

癲癇 てんかん

ουσιαστικό

  1. 01 επιληψία, επιληπτική κρίση
癲狂院 てんきょういん

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχιατρείο, φρενοκομείο
癲癇持ち てんかんもち

ουσιαστικό

  1. 01 επιληπτικός
癲狂 てんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 τρέλα, παραφροσύνη, ψυχασθένεια
  1. 01 τρέλα