7 αποτελέσματα για «皓»

皓々 こうこう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 λαμπερός (ειδικά για το φεγγάρι), φωτεινός
  2. 02 ευρύχωρος και άδειος
皓月 こうげつ

ουσιαστικό

  1. 01 λαμπρό λευκό φεγγάρι
皓歯 こうし

ουσιαστικό

  1. 01 λαμπερά λευκά δόντια
皓然 こうぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 λαμπερός, λευκός και φωτεινός
皓礬 こうばん

ουσιαστικό

  1. 01 επταένυδρος θειικός ψευδάργυρος, λευκή βιτριόλη
皓白 こうはく

ουσιαστικό

  1. 01 κάτασπρος, ολόλευκος
  1. 01 λευκός
  2. 02 καθαρός