11 αποτελέσματα για «皺»

しわ

ουσιαστικό

  1. 01 ρυτίδα, τσάκιση
  2. 02 κυματισμός
皺だらけ しわだらけ

ουσιαστικό

  1. 01 ρυτιδιασμένος, γεμάτος ρυτίδες
皺くちゃ しわくちゃ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 τσαλακωμένος, ρυτιδιασμένος, ζαρωμένος
しぼ

ουσιαστικό

  1. 01 ανάγλυφη υφή υλικού (ιδίως υφαντού υφάσματος)
  2. 02 πτυχώσεις σε καπέλο εμπόσι
皺を伸ばす しわをのばす

άλλο, ρήμα

  1. 01 σιδερώνω, ισιώνω, χαλαρώνω
皺ばむ しわばむ

ρήμα

  1. 01 ζαρώνω
皺皺 しわしわ

επίρρημα

  1. 01 τσαλακωμένος, ζαρωμένος
皺っぽい しわっぽい

επίθετο

  1. 01 ρυτιδιασμένος, τσαλακωμένος
皺烏帽子 さびえぼし

ουσιαστικό

  1. 01 τσαλακωμένο καπέλο εμπόσι
皺歯海豚 しわはいるか

ουσιαστικό

  1. 01 δελφίνι με τραχιά δόντια (Steno bredanensis)
  1. 01 ρυτίδα
  2. 02 πτυχή
  3. 03 πτύχωση