19 αποτελέσματα για «盤»

ばん

ουσιαστικό

  1. 01 ταμπλό, σκακιέρα, σόγκι, γκο
  2. 02 δίσκος γραμμοφώνου, δίσκος
  3. 03 σανίδα, πάνελ, πλάκα
盤石 ばんじゃく

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 τεράστιος βράχος
  2. 02 σταθερότητα, στερεότητα
盤面 ばんめん

ουσιαστικό

  1. 01 επιφάνεια ταμπλό (σόνγκι, γκο κ.λπ.), η κατάσταση του ταμπλό, η εξέλιξη ενός παιχνιδιού
  2. 02 επιφάνεια δίσκου
盤上 ばんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πάνω στη σκακιέρα (σε σόγκι, γκο, κ.λπ.)
盤台 ばんだい

ουσιαστικό

  1. 01 οβάλ σκάφη ή δίσκος που χρησιμοποιείται στα ιχθυοπωλεία
盤古 ばんこ

ουσιαστικό

  1. 01 πάνκου, ο δημιουργός του ουρανού και της γης στην κινεζική μυθολογία
盤双六 ばんすごろく

ουσιαστικό

  1. 01 μπαν-σουγκόροκου, παραδοσιακό ιαπωνικό επιτραπέζιο παιχνίδι παρόμοιο με το τάβλι
盤領 まるえり

ουσιαστικό

  1. 01 στρογγυλός γιακάς (παραδοσιακού ιαπωνικού ενδύματος)
盤根錯節 ばんこんさくせつ

ουσιαστικό

  1. 01 περίπλοκη κατάσταση, δύσκολα διαχειρίσιμη κατάσταση
盤渉 ばんしき

ουσιαστικό

  1. 01 στην Ιαπωνία, η δέκατη νότα της αρχαίας χρωματικής κλίμακας (περίπου σι)
盤根 ばんこん

ουσιαστικό

  1. 01 μπλεγμένες ρίζες
盤渉調 ばんしきちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μπανσικίτσο (ένας από τους έξι κύριους τρόπους της γκαγκάκου μουσικής)
盤竜類 ばんりゅうるい

ουσιαστικό

  1. 01 πελυκόσαυροι
盤竜目 ばんりゅうもく

ουσιαστικό

  1. 01 πελυκόσαυρα (τάξη πρωτόγονων συναψιδωτών, που πλέον θεωρείται παραφυλετική)
盤割 ばんかつ

ουσιαστικό

  1. 01 δισκοειδής σχισμή
盤質 ばんしつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποιότητα δίσκου γραμμοφώνου
盤外 ばんがい

ουσιαστικό

  1. 01 εκτός σκακιέρας (go, σόγκι κ.λπ.)
盤層 ばんそう

ουσιαστικό

  1. 01 συμπαγές στρώμα εδάφους
  2. 02 σκληρό στρώμα υπεδάφους
  1. 01 δίσκος
  2. 02 ρηχό μπολ
  3. 03 πιατέλα
  4. 04 σκάφη
  5. 05 σανίδα
  6. 06 δίσκος βινυλίου