6 αποτελέσματα για «眇»

眇める すがめる

ρήμα

  1. 01 μισοκλείνω (το ένα μάτι), στενεύω
眇 すがめ

ουσιαστικό

  1. 01 στραβισμός, αλλήθωρο μάτι
眇 びょう

άλλο, επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 μικρός, ελάχιστος, ασήμαντος
  2. 02 αλληθωρισμός, στραβισμός
眇眇 びょうびょう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αμελητέος, ασήμαντος
眇たる びょうたる

άλλο

  1. 01 μικροσκοπικός, απειροελάχιστος, ασήμαντος
眇
  1. 01 μικρότητα
  2. 02 στραβισμός