2 αποτελέσματα για «眴»

眴せ めくわせ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σήμα με τα μάτια, ανταλλαγή βλεμμάτων, κλείσιμο του ματιού
  1. 01 εκθαμβωμένος
  2. 02 κάνω νόημα με τα μάτια