9 αποτελέσματα για «眺»

眺める ながめる N3

ρήμα

  1. 01 κοιτάζω, ατενίζω, παρακολουθώ, βλέπω επίμονα
  2. 02 βλέπω, έχω θέα, θαυμάζω (π.χ. το τοπίο)
  3. 03 παρατηρώ, παρακολουθώ (από απόσταση), είμαι θεατής
眺め ながめ N3

ουσιαστικό

  1. 01 θέα, οπτικό πεδίο, προοπτική, πανοραμική εικόνα
眺め回す ながめまわす

ρήμα

  1. 01 κοιτάζω τριγύρω, ρίχνω μια ματιά στον χώρο
眺望 ちょうぼう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θέα, πανοραμική θέα, πανόραμα, οπτικό πεδίο, προοπτική
眺めやる ながめやる

ρήμα

  1. 01 αγναντεύω, ατενίζω προς τα έξω
眺め渡す ながめわたす

ρήμα

  1. 01 ατενίζω ολόγυρα, ατενίζω προς το βάθος
眺望権 ちょうぼうけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα στη θέα
眺む ながむ

ρήμα

  1. 01 κοιτάζω, ατενίζω, παρατηρώ, καρφώνω το βλέμμα μου
  2. 02 αγναντεύω, ατενίζω τη θέα, θαυμάζω (π.χ. το τοπίο)
  3. 03 παρακολουθώ (από το περιθώριο), παραμένω θεατής, παρατηρώ
  1. 01 ατενίζω
  2. 02 παρακολουθώ
  3. 03 κοιτάζω
  4. 04 βλέπω
  5. 05 εξετάζω προσεκτικά