7 αποτελέσματα για «睦»

睦言 むつごと

ουσιαστικό

  1. 01 ερωτικά λόγια, ψιθυριστές εξομολογήσεις
睦月 むつき

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
  2. 02 Ιανουάριος
睦まじい むつまじい

επίθετο

  1. 01 αρμονικός (για ζευγάρι, οικογένεια κ.λπ.), ευτυχισμένος, στοργικός, φιλικός, οικείος
睦み合う むつみあう

ρήμα

  1. 01 συμβιώνω αρμονικά, είμαι συναισθηματικά δεμένος με κάποιον
睦む むつむ

ρήμα

  1. 01 είμαι αρμονικός, τα πηγαίνω καλά, είμαι οικείος ή στενός
睦ぶ むつぶ

ρήμα

  1. 01 συμφωνώ, έχω καλές σχέσεις, είμαι οικείος ή κοντινός
  1. 01 οικείος
  2. 02 φιλικός
  3. 03 αρμονικός