5 αποτελέσματα για «睾»

睾丸 こうがん

ουσιαστικό

  1. 01 όρχις, όρχεις
睾丸炎 こうがんえん

ουσιαστικό

  1. 01 ορχίτιδα, φλεγμονή των όρχεων
睾丸捻転症 こうがんねんてんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 συστροφή όρχεος
睾丸回転症 こうがんかいてんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 συστροφή όρχεος
  1. 01 όρχεις