6 αποτελέσματα για «瞠»
瞠目 どうもく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κοιτάζω επίμονα (με έκπληξη)
瞠若 どうじゃく
ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα, ρήμα
- 01 κοιτάζω με κατάπληξη, βλέμμα έκπληξης
瞠若たらしめる どうじゃくたらしめる
άλλο, ρήμα
- 01 αφήνω κάποιον άφωνο από κατάπληξη
瞠視 どうし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κοιτάζω με θαυμασμό
瞠視症 どうししょう
ουσιαστικό
- 01 ηδονοβλεψία, σκοτοφιλία
瞠
- 01 κοιτάζω επίμονα