9 αποτελέσματα για «瞳»
瞳 ひとみ N2
ουσιαστικό
- 01 κόρη (του ματιού)
- 02 μάτια
瞳孔 どうこう
ουσιαστικό
- 01 κόρη (του οφθαλμού)
瞳子 どうし
ουσιαστικό
- 01 κόρη (του οφθαλμού)
瞳を凝らす ひとみをこらす
άλλο, ρήμα
- 01 τεντώνω τα μάτια μου, ατενίζω με προσοχή
瞳孔散大 どうこうさんだい
ουσιαστικό
- 01 μυδρίαση, διαστολή της κόρης του οφθαλμού
瞳孔反射 どうこうはんしゃ
ουσιαστικό
- 01 αντανακλαστικό της κόρης του οφθαλμού
瞳孔縮小 どうこうしゅくしょう
ουσιαστικό
- 01 μύση, στένωση της κόρης του οφθαλμού
瞳孔括約筋 どうこうかつやくきん
ουσιαστικό
- 01 σφιγκτήρας μυς της κόρης, σφιγκτήρας της κόρης
瞳
- 01 κόρη (του ματιού)