5 αποτελέσματα για «瞼»

まぶた

ουσιαστικό

  1. 01 βλέφαρο
まなぶた

ουσιαστικό

  1. 01 βλέφαρο
瞼板腺 けんばんせん

ουσιαστικό

  1. 01 μεϊβομιανός αδένας, ταρσιαίος αδένας
瞼板 けんばん

ουσιαστικό

  1. 01 ταρσός (τμήμα του βλεφάρου)
  1. 01 βλέφαρα