2 αποτελέσματα για «矍»

矍鑠 かくしゃく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 εύρωστος (σε μεγάλη ηλικία), ακμαίος και υγιής
  1. 01 έκπληξη και σύγχυση