15 αποτελέσματα για «矮»

矮小 わいしょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μικροσκοπικός, νάνος, πυγμαίος, καχεκτικός, υπομεγέθης
  2. 02 στενόμυαλος, μικρός
矮躯 わいく

ουσιαστικό

  1. 01 κοντό ανάστημα
矮小化 わいしょうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συρρίκνωση, σμίκρυνση, ελαχιστοποίηση
  2. 02 υποβάθμιση (ενός ζητήματος), ευτελισμός, υποτίμηση
矮人 わいじん

ουσιαστικό

  1. 01 νάνος
矮樹 わいじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλό ή κοντό δέντρο
矮鶏 チャボ

ουσιαστικό

  1. 01 τσάμπο, νάνος ορνιθοειδής
矮星 わいせい

ουσιαστικό

  1. 01 νάνος αστέρας
矮惑星 わいわくせい

ουσιαστικό

  1. 01 νάνος πλανήτης
矮小銀河 わいしょうぎんが

ουσιαστικό

  1. 01 νάνος γαλαξίας
矮小不規則銀河 わいしょうふきそくぎんが

ουσιαστικό

  1. 01 νάνος ανώμαλος γαλαξίας
矮鶏檜葉 チャボひば

ουσιαστικό

  1. 01 τσάμπο χίμπα (καλλωπιστική ποικιλία του κυπαρισσιού χινόκι)
矮性 わいせい

ουσιαστικό

  1. 01 νανισμός
  2. 02 νάνος, καχεκτικός, μικροσκοπικός
矮小陰茎 わいしょういんけい

ουσιαστικό

  1. 01 μικροφαλλία
矮鶏大戟 ちゃぼたいげき

ουσιαστικό

  1. 01 γαλατσίδα (Euphorbia peplus)
  1. 01 χαμηλός
  2. 02 κοντός