4 αποτελέσματα για «砥»

砥石 といし

ουσιαστικό

  1. 01 ακονόπετρα, πέτρα τροχίσματος
砥 と

ουσιαστικό

  1. 01 ακονόπετρα, πέτρα ακονίσματος
砥糞 とくそ

ουσιαστικό

  1. 01 λάσπη που προκύπτει από το ακόνισμα σπαθιού κ.λπ. σε ακονόπετρα
砥
  1. 01 ακονόπετρα
  2. 02 τροχόπετρα