45 αποτελέσματα για «硫»
硫黄 いおう
ουσιαστικό
- 01 θείο
硫酸 りゅうさん
ουσιαστικό
- 01 θειικό οξύ
硫化水素 りゅうかすいそ
ουσιαστικό
- 01 υδρόθειο
硫黄泉 いおうせん
ουσιαστικό
- 01 ιαματική πηγή θείου, θειούχα πηγή
硫化 りゅうか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θείωση
硫化物 りゅうかぶつ
ουσιαστικό
- 01 θειούχος ένωση
硫酸銅 りゅうさんどう
ουσιαστικό
- 01 θειικός χαλκός
硫安 りゅうあん
ουσιαστικό
- 01 θειική αμμωνία
硫酸マグネシウム りゅうさんマグネシウム
ουσιαστικό
- 01 θειικό μαγνήσιο
硫酸ナトリウム りゅうさんナトリウム
ουσιαστικό
- 01 θειικό νάτριο
硫酸塩 りゅうさんえん
ουσιαστικό
- 01 θειικό άλας
硫酸カルシウム りゅうさんカルシウム
ουσιαστικό
- 01 θειικό ασβέστιο (CaSO4)
硫酸鉄 りゅうさんてつ
ουσιαστικό
- 01 θειικός σίδηρος, θειικός υποσίδηρος, θειικός υπερσίδηρος
硫黄山 いおうやま
ουσιαστικό
- 01 ορυχείο θείου
硫化水銀 りゅうかすいぎん
ουσιαστικό
- 01 θειούχος υδράργυρος (ειδικότερα θειούχος υδράργυρος(II), HgS, αλλά και θειούχος υδράργυρος(I), Hg2S)
硫酸アンモニウム りゅうさんアンモニウム
ουσιαστικό
- 01 θειικό αμμώνιο
硫酸バリウム りゅうさんバリウム
ουσιαστικό
- 01 θειικό βάριο (BaSO4)
硫黄酸化物 いおうさんかぶつ
ουσιαστικό
- 01 οξείδιο του θείου
硫黄島の戦い いおうとうのたたかい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 μάχη της Ίβο Τζίμα (1945)
硫化鉄鉱 りゅうかてっこう
ουσιαστικό
- 01 σιδηροπυρίτες